Όταν στις αρχές του 17ου αιώνα ο περιηγητής Paul Lucas περιέγραφε τις εξωπραγματικές μορφές αυτής της γης, οι λόγιοι της χώρας του αρνήθηκαν να τον πιστέψουν. Χρειάστηκε η επίσημη επιβεβαίωση της διπλωματίας για να αποδεχτεί ο κόσμος πως υπάρχει ένας τόπος όπου η φύση και ο άνθρωπος συνωμότησαν για να καταργήσουν τη λογική.
Σήμερα, η Καππαδοκία δεν είναι απλώς ένα μνημείο της UNESCO. Είναι μια «ζωντανή» γεωγραφία που αναπνέει και αλλάζει. Αν την επισκέφθηκες πριν πολλά χρόνια, σήμερα θα βρεις μια άλλη Καππαδοκία, γιατί ο άνεμος και η βροχή συνεχίζουν να σμιλεύουν το πρόσωπό της, θυμίζοντάς μας πως τίποτα δεν μένει στάσιμο.
Πολλοί τη λένε «Γη των όμορφων αλόγων». Ίσως είναι ένας τουριστικός μύθος, ένα όμορφο σλόγκαν. Όμως η αλήθεια κρύβεται βαθύτερα: εδώ, στους ρωμαϊκούς χρόνους, εκτρέφονταν τα πιο εκλεκτά άλογα του κόσμου. Τα ίχνη τους υπάρχουν ακόμα, αν ξέρεις πού να κοιτάξεις.
Για τον ταξιδιώτη, η Καππαδοκία είναι η Μεγάλη Καταφυγή. Ένας τόπος που από τη φύση του προσφέρει προστασία. Περιτριγυρισμένη από ορεινούς όγκους, υπήρξε το κάστρο των κατατρεγμένων. Όταν οι επιδρομείς έφταναν για να λεηλατήσουν τα προϊόντα της, οι κάτοικοι δεν έφευγαν, υποχωρούσαν μέσα στην ίδια την πέτρα. Λάξευαν την τούφα, δημιουργώντας πολιτείες κάτω από τη γη και μοναστήρια μέσα στους βράχους.
Εδώ ο Χριστιανισμός βρήκε τη σιωπή που χρειαζόταν για να μεγαλουργήσει. Οι πρώτοι Χριστιανοί δεν έχτισαν απλώς εκκλησίες, τις «γέννησαν» μέσα από τους βράχους. Εδώ θεμελιώθηκε ο μοναχισμός, εδώ οι Πατέρες της Εκκλησίας έδωσαν σχήμα στην Πίστη.
Και ανάμεσα σε αυτές τις χαράδρες, ανάμεσα στις υπόγειες στοές και τα αμπέλια, πλανάται ακόμα η σκιά του Διγενή Ακρίτα. Ο απόηχος από τα Ακριτικά Τραγούδια δεν έσβησε με την Ανταλλαγή. Έγινε η ρίζα της μνήμης των προσφύγων, το αντίδοτο στη λήθη.
Σήμερα, η Καππαδοκία δεν κοιμάται πια στις υπόγειες στοές της, αλλά ξυπνά πριν την αυγή, τότε που εκατοντάδες πολύχρωμα αερόστατα υψώνονται στον ουρανό. Είναι η στιγμή που η σιωπή του βράχου συναντά τον ψίθυρο των καυστήρων και το τοπίο λούζεται σε ένα φως που μοιάζει να έρχεται από τη γέννηση του κόσμου. Αυτή η «χορογραφία» στον αέρα είναι το σύγχρονο πρόσωπο ενός τόπου που κατάφερε να μετατρέψει την απομόνωση σε παγκόσμιο κάλεσμα, χωρίς όμως να χάσει την ψυχή του.
Και όταν τα πόδια μας πατούν ξανά στο χώμα, η Καππαδοκία μας υποδέχεται με τις γεύσεις της, γεύσεις στιβαρές, που γεννήθηκαν από την ανάγκη και την υπομονή. Είναι το άρωμα του Testi Kebab που σιγομαγειρεύεται μέσα στο πήλινο πριν σπάσει μπροστά στα μάτια μας, είναι η γλύκα του μπακλαβά και η γήινη νοστιμιά της φακής. Είναι το κρασί από τους τοπικούς αμπελώνες, που οι ρίζες τους τρέφονται από την ηφαιστειακή στάχτη αιώνες τώρα, προσφέροντάς μας ένα «αντίδωρο» φιλοξενίας. Σε κάθε τραπέζι, σε κάθε γουλιά κρασιού, η Καππαδοκία μας θυμίζει πως η ζωή εδώ είναι μια γιορτή των αισθήσεων, μια συνέχεια που ξεκινά από το αρχαίο πατητήρι και φτάνει μέχρι το σήμερα.